Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


handicappàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [endikapˈpare], [andikapˈpare]

1 βάζω βάρη σε άλογα ιπποδρομιών
2 βάζω δυσκολίες εξισορρόπησης


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  handicap handicappato  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

haitiano (αρσ. επίθ και ουσ)
halibut (ουσ αρσ )
hall (θηλ.ουσ)
hamburger (ουσ αρσ )
handicap (ουσ αρσ )
handicappare (ρ. μτβ.)
handicappato (ουσ αρσ )
handicappato (επίθ.)
hangar (ουσ αρσ )
happening (ουσ αρσ )
harakiri (ουσ αρσ )
harem (ουσ αρσ )
harmattan (ουσ αρσ )
harmonium (ουσ αρσ )
harveizzare (ρ. μτβ.)
hascisc (ουσ αρσ )
hashish (ουσ αρσ )
haute (θηλ.ουσ)
haute–couture (θηλ.ουσ)
hawaiano (αρσ. επίθ και ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---