Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


iàto, iàto  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [iˈato], [ˈjato]

χασμωδία


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  iarda iatrogenicità  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

ialite (θηλ.ουσ)
ialografia (θηλ.ουσ)
ialoide (θηλ.ουσ)
ialurgia (θηλ.ουσ)
iarda (θηλ.ουσ)
iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)
iberico (αρσ. επίθ και ουσ)
ibernante (επίθ.)
ibernare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
ibernazione (θηλ.ουσ)
ibidem (επίρ.)
ibis (ουσ αρσ )
ibisco (ουσ αρσ )
ibleo (επίθ.)
ibridare (ρ. μτβ.)
ibridatore (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---