Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ialìte  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [jaˈlite]

υαλίτης (άχρωμο οπάλιο της Βοημίας)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ialino ialografia  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

iacintino (επίθ.)
Iacopo (κύρ.όν. αρσ.)
iadi (θηλ. ουσ πληθ.)
ialea (θηλ.ουσ)
ialino (επίθ.)
ialite (θηλ.ουσ)
ialografia (θηλ.ουσ)
ialoide (θηλ.ουσ)
ialurgia (θηλ.ουσ)
iarda (θηλ.ουσ)
iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)
iberico (αρσ. επίθ και ουσ)
ibernante (επίθ.)
ibernare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
ibernazione (θηλ.ουσ)
ibidem (επίρ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---