Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ibèrico  
αρσενικό επίθετο και ουσιαστικό

Προσφορά I.P.A.: [iˈbɛriko]

Ιβηρικός


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  iattura ibernante  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)
iberico (αρσ. επίθ και ουσ)
ibernante (επίθ.)
ibernare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
ibernazione (θηλ.ουσ)
ibidem (επίρ.)
ibis (ουσ αρσ )
ibisco (ουσ αρσ )
ibleo (επίθ.)
ibridare (ρ. μτβ.)
ibridatore (ουσ αρσ )
ibridazione (θηλ.ουσ)
ibridismo (ουσ αρσ )
ibrido (ουσ αρσ )
ibrido (επίθ.)
ibseniano (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---