Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


macchiettàto  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [makkjetˈtato]

1 κηλιδωτός
2 παρδαλός
3 στικτός
4 στιγματισμένος
5 κηλιδωμένος
6 κατάστικτος
7 διάστικτος
8 πολύστικτος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  macchiettare macchiettatura  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

macchiare (ρ. μτβ.)
macchiarsi (ρ.μ. (αντων.))
macchiato (επίθ.)
macchietta (θηλ.ουσ)
macchiettare (ρ. μτβ.)
macchiettato (επίθ.)
macchiettatura (θηλ.ουσ)
macchiettista (ουσ αρσ και θηλ.)
macchina (θηλ.ουσ)
macchinale (επίθ.)
macchinare (ρ. μτβ.)
macchinario (ουσ αρσ )
macchinatore (αρσ. επίθ και ουσ)
macchinazione (θηλ.ουσ)
macchinetta (θηλ.ουσ)
macchinismo (ουσ αρσ )
macchinista (ουσ αρσ )
macchinosamente (επίρ.)
macchinosità (θηλ.ουσ)
macchinoso (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---