ItalianoGreco


Αποσαφήνιση

Η αναζήτηση σας έδωσε περισσότερα αποτελέσματα:
  • pièta (θηλ.ουσ) angoscia
  • pietà (θηλ.ουσ) compassione ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

pietà  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [pjeˈta]

ο οίκτος


permalink



Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z



---CACHE---