Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


rabbonacciàre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [rabbonatˈʧare]

1 καλμάρω
2 καθησυχάζω
3 ηρεμώ

rabbonacciàrsi  
ρήμα μέσο αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [rabbonatˈʧarsi]

ηρεμώ


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  rabbocco rabbonire  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

rabbino (ουσ αρσ )
rabbiosamente (επίρ.)
rabbioso (επίθ.)
rabboccare (ρ. μτβ.)
rabbocco (ουσ αρσ )
rabbonacciare (ρ. μτβ.)
rabbonacciarsi (ρ. μ. αμτβ.)
rabbonire (ρ.αμτβ.)
rabbonire (ρ. μτβ.)
rabbonirsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbriccicare (ρ. μτβ.)
rabbrividire (ρ. μτβ. και αμετβ.)
rabbruscamento (ουσ αρσ )
rabbruscare (ρ.αμτβ.)
rabbruscarsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbuffare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
rabbuffarsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbuffato (επίθ.)
rabbuffo (ουσ αρσ )
rabbuiare (ρ.αμτβ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---