Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


rabbonìre  
ρήμα αμετάβατο

Προσφορά I.P.A.: [rabboˈnire]

1 πρααίνω
2 κατευνάζομαι
3 ανακουφίζομαι
4 γαληνεύω
5 ησυχάζω
6 καθησυχάζομαι
7 ηρεμώ

rabbonìre  
ρήμα μεταβατικό

Προσφορά I.P.A.: [rabboˈnire]

1 καθησυχάζω
2 κατευνάζω
3 πρααίνω
4 γαληνεύω
5 ηρεμώ
6 ανακουφίζω
7 ησυχάζω

rabbonirsi  
ρήμα μέσο* (αντωνυμιακό)

Προσφορά I.P.A.: [rabboˈnirsi]

1 πρααίνω
2 κατευνάζομαι
3 ησυχάζω
4 καθησυχάζομαι
5 ηρεμώ
6 ανακουφίζομαι
7 γαληνεύω


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  rabbonacciarsi rabbriccicare  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

rabbioso (επίθ.)
rabboccare (ρ. μτβ.)
rabbocco (ουσ αρσ )
rabbonacciare (ρ. μτβ.)
rabbonacciarsi (ρ. μ. αμτβ.)
rabbonire (ρ.αμτβ.)
rabbonire (ρ. μτβ.)
rabbonirsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbriccicare (ρ. μτβ.)
rabbrividire (ρ. μτβ. και αμετβ.)
rabbruscamento (ουσ αρσ )
rabbruscare (ρ.αμτβ.)
rabbruscarsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbuffare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
rabbuffarsi (ρ.μ. (αντων.))
rabbuffato (επίθ.)
rabbuffo (ουσ αρσ )
rabbuiare (ρ.αμτβ.)
rabbuiarsi (ρ. μ. αμτβ.)
rabdomante (ουσ αρσ και θηλ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---