Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zàbro  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [ˈdzabro]

σκαθάρι Zabros tenebrioides


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zabaione Zaccaria  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

yprite (θηλ.ουσ)
yuan (ουσ αρσ )
yucca (θηλ.ουσ)
yurta (θηλ.ουσ)
zabaione (ουσ αρσ )
zabro (ουσ αρσ )
Zaccaria (ουσ αρσ πληθ.)
zacchera (θηλ.ουσ)
zaccherone (ουσ αρσ )
zaccheroso (επίθ.)
zaffare (ρ. μτβ.)
zaffata (θηλ.ουσ)
zaffatura (θηλ.ουσ)
zaffera (θηλ.ουσ)
zafferanato (επίθ.)
zafferano (ουσ αρσ )
zafferano (επίθ.)
zafferanone (ουσ αρσ )
zaffirino (επίθ.)
zaffiro (αρσ. επίθ και ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---