Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zaccheróne  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [tsakkeˈrone]

1 λέτσος
2 βρομιάρης
3 ακάθαρτος
4 απεριποίητος


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zacchera zaccheroso  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

yurta (θηλ.ουσ)
zabaione (ουσ αρσ )
zabro (ουσ αρσ )
Zaccaria (ουσ αρσ πληθ.)
zacchera (θηλ.ουσ)
zaccherone (ουσ αρσ )
zaccheroso (επίθ.)
zaffare (ρ. μτβ.)
zaffata (θηλ.ουσ)
zaffatura (θηλ.ουσ)
zaffera (θηλ.ουσ)
zafferanato (επίθ.)
zafferano (ουσ αρσ )
zafferano (επίθ.)
zafferanone (ουσ αρσ )
zaffirino (επίθ.)
zaffiro (αρσ. επίθ και ουσ)
zaffo (ουσ αρσ )
zagara (θηλ.ουσ)
zaino (ουσ αρσ )

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---