Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


έχει
ρήμα απρόσωπο

e`sserci δεν έχει πολύ κόσμο == non c'è molta gente | σήμερα έχει πoλλή κίνηση == oggi c'è molto traffico | έχει φουρτούνα == c'è tempesta | πόσο έχουμε σήμερα; == quanti ne abbiamo oggi? | έχω καιρό να τον δω == è da molto tempo che non lo vedo, non lo vedo da tempo | δεν έχει να κάνει == non ha a che fare, non c'entra+++τα έχω μαζί σου == ce l'ho con te | τα έχουν από παιδιά == stanno insieme sin da ragazzi | έχω δουλειά == ho da fare | έχω νεύρα == ho i nervi | έχει καλώς == sta / va bene! | έχω κάποιον περί πολλού == avere, tenere qualcuno in grande considerazione

έχω  
ρήμα αμετάβατο

dover fare, ave`re da έχω να σιδερώσω == ho da stirare

έχω
ρήμα μεταβατικό

1 ave`re έχεις αυτοκίνητο; == hai un'automobile? | έχει ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο == ha una gioielleria in centro | έχει μια βίλα στη θάλασσα == ha una villa al mare | έχει τρία παιδιά == ha tre figli | δεν έχει γονείς == non ha i genitori
2 ave`re, tene`re addo`sso ποτέ δεν έχω χρήματα επάνω μου == non ho, non tengo mai soldi in tasca | τι έχεις στα χέρια σου; == cosa tieni in mano? | είχε τα χέρια στην τσέπη == teneva le mani in tasca
3 costa`re, veni`re, e`ssere πόσο έχει αυτό τo κομοδίνο; == quanto costa, quanto viene questo comodino? | πόσο έχει o καφές; == quant'è il caffè?
4 contene`re, ave`re το βαρέλι δεν έχει πια κρασί == non c'è più vino nel barile
5 considera`re τον έχούν για ψεύτη == lo considerano un bugiardo | το έχω για κακό να… == lo ritengo di cattivo augurio…, secondo me porta male…
6 ave`re, soffri`re έχω πυρετό == ho la febbre | έχω βήχα == ho la tosse | έχω πoνoκέφαλo == ho mal di testa | έχει οστεοπόρωση == soffre di osteoporosi
7 di valuta estera anda`re, fare πόσο έχει σήμερα το δολάριο; == quanto va / fa il dollaro oggi?

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  εχέγγυος εχεμύθεια  >>

Φράσεις, ιδιωματισμοί, παραδείγματα


έχω πάσο = avere accesso || έχω μέλλον = avere ancora molto tempo || έχω λέγειν = avere parlantina || έχω πυγμή = avere polso || έχω δίκιο = avere ragione || Τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτό; = che c'entro io con ciò? || δεν έχω κλίση σε κάτι = essere negato per qualcosa || έχω έφεση σε κάτι = essere portati per qualcosa || έχω πείρα = essere pratico || έχει θάλασσα = il mare [αρσ.] è mosso || τον είχα τραπέζι = l'ho invitato a pranzo || εχω κανέναν στο μάτι = mettere gli occhi addosso a qualcuno || δεν έχω κέφι = non avere voglia || δεν έχω φράγκο = non ho un centesimo


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---