Ελληνοιταλικό λεξικό

  

Donazione
Πηγαίνετε στο ιταλο-ελληνικό λεξικό


Κα§βα§λιώ§της
ουσιαστικό αρσενικό

abita`nte ~mf~ della città di Ka`vala

Κα§βα§λιώ§τισ§σα
ουσιαστικό θηλυκό

femminile di [Καβαλιώτης]

permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  καβαλιστικός καβαλκεύγω  >>


Sfoglia il dizionario

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Ζ Φ Χ Ψ Ω



Περιηγηθείτε στο Ελληνο-Ιταλικό Λεξικό από:

---CACHE---