Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


holding  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈɔlding]

εταιρεία κάτοχος μετοχών (χόλντινγκ)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  hockey hollywoodiano  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

hobbista (ουσ αρσ και θηλ.)
hobby (ουσ αρσ )
hockeista (ουσ αρσ και θηλ.)
hockeistico (επίθ.)
hockey (ουσ αρσ )
holding (θηλ.ουσ)
hollywoodiano (επίθ.)
hostess (θηλ.ουσ)
hotel (ουσ αρσ )
hovercraft (ουσ αρσ )
humour (ουσ αρσ )
humus (ουσ αρσ )
hurrà (επιφ.)
i (οριστ. άρθ.)
iacinteo (επίθ.)
iacintino (επίθ.)
Iacopo (κύρ.όν. αρσ.)
iadi (θηλ. ουσ πληθ.)
ialea (θηλ.ουσ)
ialino (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---