Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ìadi  
ουσιαστικό θηλυκό πληθυντικός

Προσφορά I.P.A.: [ˈiadi]

Υάδες (αστερισμός κοντά στον Ταύρο)


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  Iacopo ialea  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

hurrà (επιφ.)
i (οριστ. άρθ.)
iacinteo (επίθ.)
iacintino (επίθ.)
Iacopo (κύρ.όν. αρσ.)
iadi (θηλ. ουσ πληθ.)
ialea (θηλ.ουσ)
ialino (επίθ.)
ialite (θηλ.ουσ)
ialografia (θηλ.ουσ)
ialoide (θηλ.ουσ)
ialurgia (θηλ.ουσ)
iarda (θηλ.ουσ)
iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)
iberico (αρσ. επίθ και ουσ)
ibernante (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---