Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


ialìno  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [jaˈlino]

1 γυάλινος
2 άμορφος
3 υαλώδης
4 διαφανής


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  ialea ialite  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

iacinteo (επίθ.)
iacintino (επίθ.)
Iacopo (κύρ.όν. αρσ.)
iadi (θηλ. ουσ πληθ.)
ialea (θηλ.ουσ)
ialino (επίθ.)
ialite (θηλ.ουσ)
ialografia (θηλ.ουσ)
ialoide (θηλ.ουσ)
ialurgia (θηλ.ουσ)
iarda (θηλ.ουσ)
iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)
iberico (αρσ. επίθ και ουσ)
ibernante (επίθ.)
ibernare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
ibernazione (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---