Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


iacintìno  
επίθετο

Προσφορά I.P.A.: [jaʧinˈtino]

1 ο με χρώμα του υακίνθου
2 ο του υακίνθου


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  iacinteo Iacopo  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

humour (ουσ αρσ )
humus (ουσ αρσ )
hurrà (επιφ.)
i (οριστ. άρθ.)
iacinteo (επίθ.)
iacintino (επίθ.)
Iacopo (κύρ.όν. αρσ.)
iadi (θηλ. ουσ πληθ.)
ialea (θηλ.ουσ)
ialino (επίθ.)
ialite (θηλ.ουσ)
ialografia (θηλ.ουσ)
ialoide (θηλ.ουσ)
ialurgia (θηλ.ουσ)
iarda (θηλ.ουσ)
iato, iato (ουσ αρσ )
iatrogenicità (θηλ.ουσ)
iatrogeno (επίθ.)
iattanza (θηλ.ουσ)
iattura (θηλ.ουσ)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---