Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


sèna  
ουσιαστικό θηλυκό

Προσφορά I.P.A.: [ˈsɛna]

φυτό cassia acutifolia


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  semprevivo senapato  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

semplificato (επίθ.)
semplificazione (θηλ.ουσ)
sempre (επίρ.)
sempreverde (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
semprevivo (ουσ αρσ )
sena (θηλ.ουσ)
senapato (επίθ.)
senape (αρσ και θηλ. επίθ και ουσ.)
senapiera (θηλ.ουσ)
senapismo (ουσ αρσ )
senario (ουσ αρσ )
senario (επίθ.)
senato (ουσ αρσ )
senatoconsulto (ουσ αρσ )
senatore (ουσ αρσ )
senatoriale (επίθ.)
senatorio (επίθ.)
senegalese (ουσ αρσ και θηλ.)
senegalese (επίθ.)
senescente (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---