Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


zampìllo  
ουσιαστικό αρσενικό

Προσφορά I.P.A.: [tsamˈpillo]

ο πίδακας


permalink
Συνεχίζεται παρακάτω

<<  zampillio zampino  >>


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

zampettare (ρ.αμτβ.)
zampetto (ουσ αρσ )
zampillante (επίθ.)
zampillare (ρ. μτβ. και αμετβ.)
zampillio (ουσ αρσ )
zampillo (ουσ αρσ )
zampino (ουσ αρσ )
zampirone (ουσ αρσ )
zampogna (θηλ.ουσ)
zampognaro (ουσ αρσ )
zampone (ουσ αρσ )
zana (θηλ.ουσ)
zanella (θηλ.ουσ)
zangola (θηλ.ουσ)
zangolatore (ουσ αρσ )
zangolatura (θηλ.ουσ)
zanna (θηλ.ουσ)
zannata (θηλ.ουσ)
zanni (ουσ αρσ )
zannuto (επίθ.)

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από:

---CACHE---