Ιταλοελληνικό λεξικό



Donazione
Πηγαίνετε στο ελληνο-ιταλικό λεξικό


Sfoglia il dizionario

A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

lupus (ουσ αρσ ) lussurióso (αρσ. επίθ και ουσ)
lùrco (επίθ.) lustràle (επίθ.)
luridézza (θηλ.ουσ) lustràre (ρ. μτβ.)
lùrido (επίθ.) lustrascàrpe (ουσ αρσ και θηλ.)
luridùme (ουσ αρσ ) lustràta (θηλ.ουσ)
luscéngola (θηλ.ουσ) lustratùra (θηλ.ουσ)
lusìnga (θηλ.ουσ) lustrazióne (θηλ.ουσ)
lusingaménto (ουσ αρσ ) lustrìno (ουσ αρσ )
lusingàre (ρ. μτβ.) lùstro (ουσ αρσ )
lusingarsi (ρ.μ. (αντων.)) lùstro (επίθ.)
lusingatóre (ουσ αρσ ) lutàre (ρ. μτβ.)
lusingatóre (επίθ.) lutatùra (θηλ.ουσ)
lusinghévole (επίθ.) luteìna (θηλ.ουσ)
lusinghièro (αρσ. επίθ και ουσ) lùteo (επίθ.)
lusitàno (αρσ. επίθ και ουσ) luteranésimo (ουσ αρσ )
lussàre (ρ. μτβ.) luteranìsmo (ουσ αρσ )
lussazióne (θηλ.ουσ) luteràno (ουσ αρσ )
lussemburghése (ουσ αρσ και θηλ.) luteràno (επίθ.)
lussemburghése (επίθ.) lutèzio (ουσ αρσ )
Lussembùrgo (ουσ αρσ ) lùto (ουσ αρσ )
lùsso (ουσ αρσ ) lutrèola (θηλ.ουσ)
lussuóso (επίθ.) lùtto (ουσ αρσ )
lussureggiànte (επίθ.) luttuóso (επίθ.)
lussureggiàre (ρ.αμτβ.) lutulènto (επίθ.)
lussùria (θηλ.ουσ) lux (ουσ αρσ )

Pagina precedentePagina successiva

Περιηγηθείτε στο Ιταλο-Ελληνικό Λεξικό από: